Copyright 2019 © Alexandria Institute - Research Institute of Humanities and Promotion of the Greek Language and Culture. All rights reserved.

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti. “la nostra Alessandria”

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Η Αλεξάνδρεια και ο παραλιακός δρόμος προς το φρούριο του Κάιτ Μπέι, όπου έστεκε άλλοτε ο Φάρος.

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.

“Η Αλεξάνδρειά μας . La nostra Alessandria”

Άρθρο του Ανδρέα Τσελίκα

Η Αίγυπτος σήμερα βρίσκεται σε μία δύσκολη συγκυρία της μοντέρνας ιστορίας της, εν μέσω πολιτικών και θρησκευτικών αναταραχών. Περπατώντας κανείς σήμερα στην τόσο πολυσήμαντη πόλη της Αλεξάνδρειας μπορεί κανείς να νιώσει αυτό το κλίμα έντασης. Ιδιαίτερη εντύπωση επίσης κάνει στον σημερινό επισκέπτη,  σε κάποιον που έχει πρώτα γνωρίσει αυτήν την πόλη μέσα από την ιστορία ή από την λογοτεχνία, ο σημερινός παλμός της : θόρυβος και σκόνη παντού, κίνηση ασφυκτική από αυτοκίνητα αλλά και από τους πεζούς, σκουπίδια πεταμένα, μυρωδιές όλων των ειδών. Πιθανότατα δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί πώς αυτή η πόλη  είχε τη δύναμη να εμπνεύσει  και να λειτουργήσει λογοτεχνικά και ποιητικά στο έργο λογοτεχνών όπως ο Καβάφης, ο Durrell, ο Forster, ο Ungaretti και άλλοι. Ωστόσο, φαίνεται ότι διαχρονικά η πόλη αυτή έχει τη δύναμη να μετουσιώνεται σε λογοτεχνία και να αποτελεί πηγή έμπνευσης. «Φαίνεται δηλαδή πώς το μυστήριο της Αλεξάνδρειας του εικοστού αιώνα δε βρίσκεται σ’αυτό που είναι ή υπήρξε αληθινά σε κάποια δεδομένη στιγμή, αλλά στη δύναμή της να εμπνέει – όσο ίσως καμιά άλλη πόλη στην εποχή μας – τη δημιουργία ποιητικών πόλεων πλασμένων κατ’εικόνα της» όπως παρατηρεί ο Edmund Keeley.[1]

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Ψαρεύοντας όνειρα στην Αλεξάνδρεια

Ο σκοπός μας είναι να παρουσιάσουμε τον τρόπο ακριβώς με τον οποίο λειτουργεί ποιητικά η πόλη Αλεξάνδρεια μέσα στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti. Αφού αναφερθούμε στα ιστορικά συμφραζόμενα και στην πραγματική πόλη στην οποία γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι δύο σπουδαίοι αυτοί ποιητές, θα παρουσιάσουμε τους τρόπους με τους οποίους η πόλη λειτουργεί μέσα το έργο τους  και επίσης θα αναζητήσουμε κατά πόσο υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στους δύο λογοτέχνες όσον αφορά τον τρόπο με τον όποιον επηρεάζει το έργο τους αυτή η Αλεξάνδρεια.

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ ΚΑΙ ΤΟΥ UNGARETTI.
Η Αλεξάνδρεια μέσα στην οποία γεννιούνται και ζουν οι δύο ποιητές δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων, το σπουδαίο πολιτιστικό κέντρο της ελληνιστικής περιόδου, το κέντρο της γνώσης, της επιστήμης και της λογοτεχνίας. Από την πόλη του Θεοκρίτου, του Απολλώνιου, του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, του Πλωτίνου, της Υπατίας, των αγίων και των αιρετικών, όπως ο Μέγας Αθανάσιος και ο Άρειος δεν απομένουν παρά ελάχιστα και ασήμαντα απομεινάρια. Η αραβική κατάκτηση τον 7ο αιώνα άλλαξε ριζικά τον χαρακτήρα της πόλης και με την πάροδο των αιώνων η πόλη παρήκμασε. Στις αρχές όμως του 19ου αιώνα ο Μωχάμετ Άλη επανιδρύει την Αίγυπτο και την Αλεξάνδρεια. Ο προικισμένος αξιωματικός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καταφέρνει να καταστήσει την Οθωμανική αυτή επαρχία σε ουσιαστικά αυτόνομη περιοχή και τυπικά μόνο να ανήκει στην επικυριαρχία του Σουλτάνου.  Αφού γίνεται ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της χώρας αναλαμβάνει την αναδιοργάνωση του εμπορίου και της οικονομίας γενικότερα. Εισάγει νέες καλλιέργειες, κυρίως του μπαμπακιού, εκπονεί μεγάλης κλίμακας δημόσια έργα, κοσμεί την Αλεξάνδρεια με παλάτια και πλατείες και μεταμορφώνει μέσα σε λίγο χρόνο ένα ψαράδικο χωριό σε μία κοσμοπολίτικη μητρόπολη. Καλεί στην Αλεξάνδρεια επιστήμονες και τεχνίτες όλων των ειδικοτήτων από τις ευρωπαϊκές χώρες και εμπιστεύεται στα χέρια των Ελλήνων το εξωτερικό εμπόριο. Ο Μωχάμετ Άλη όμως έχει να αντιμετωπίσει και τους Άγγλους, οι οποίοι υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους στην περιοχή. Ύστερα από διαδοχικές μάχες με τους Άγγλους και την Συνθήκη του Λονδίνου της 13ης Ιουλίου 1841 παραχωρείται στον Μωχάμετ Άλη το κληρονομικό δικαίωμα διαδοχής, ορίζεται Αντιβασιλιάς και η Αίγυπτος και η Αλεξάνδρεια βρίσκεται στο κέντρο επιρροής των ευρωπαϊκών συμφερόντων. Αργότερα μάλιστα η Αίγυπτος θα τεθεί ουσιαστικά υπό βρετανική διοίκηση μέχρι την επανάσταση του Νάσερ το 1952. Έτσι λοιπόν στις αρχές και ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα η Αλεξάνδρεια γίνεται πόλος έλξης πολλών εθνικοτήτων, κυρίως Ευρωπαίων, μεταμορφώνεται σε μια πόλη κόσμημα που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις σύγχρονες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. Μέσα σ’αυτό το ιστορικό και πολιτιστικό πλαίσιο, στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια του 19ου και του 20ου  αιώνα γεννήθηκε ο ποιητής Κωνσταντίνους Π. Καβάφη το 1863 και μερικά χρόνια αργότερα ο ποιητής Giuseppe Ungaretti το 1888[2]  .

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Ο συντάκτης του άρθρου 10 χρόνια πριν στο σπίτι του Κ.Π. Καβάφη.

Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ
Ο Κ.Π. Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια στις 29 Απριλίου 1863 από τον Πέτρο Καβάφη και την Χαρίκλεια Φωτιάδη και ήταν το ένατο και τελευταίο παιδί τους. Οι γονείς του ήταν Κωνσταντινουπολίτες και η οικογένειά του ανήκε στην εύπορη τάξη των αστών μεγαλοεμπόρων. Οι  ρίζες της οικογένειας απλώνονταν από την Kωνσταντινούπολη, στην Aλεξάνδρεια και από την Tραπεζούντα στο Λονδίνο (αλλά και τη Xίο, την Tεργέστη, τη Bενετία και τη Bιέννη). Ο πατέρας του ποιητή, Πέτρος Καβάφης, λόγω των οικονομικών και εμπορικών δραστηριοτήτων του ύστερα από την Κωνσταντινούπολη, το Λονδίνο και το Λίβερπουλ εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της εκεί Ελληνικής Κοινότητας.

Η οικογένεια Καβάφη απέκτησε εκεί ιδιαίτερη οικονομική άνεση και κοινωνικό κύρος, ο θάνατος όμως του Πέτρου (1870) σε συνδυασμό με τα προβλήματα στις επιχειρήσεις του, ανάγκασαν την Χαρίκλεια να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια μαζί με τα παιδιά της και να εγκατασταθεί στη Βρετανία. Αυτό συνέβη στα 1872 όταν ο Κωνσταντίνος ήταν 9 χρονών. Η εταιρεία του Πέτρου Καβάφη διαλύθηκε τελικά το 1876 και η Χαρίκλεια τον επόμενο χρόνο επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια μαζί με τα παιδιά της, αυτή τη φορά όμως μένουν σε διαμέρισμα και όχι σε μονοκατοικία. Ο βομβαρδισμός της πόλης όμως από τους Άγγλους το 1882 αναγκάζει την οικογένεια να εγκαταλείψει ξανά την Αλεξάνδρεια και να εγκατασταθεί αυτή τη φορά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο Κωνσταντίνος θα έχει την δυνατότητα να γνωριστεί με τους πολυπληθείς συγγενείς του, να αναζητήσει τις ρίζες του και να αισθανθεί μέλος του ευρύτερου Ελληνισμού.

Το 1885 επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια και το 1892 διορίζεται ως έκτακτος υπάλληλος στον Tρίτο Kύκλο Αρδεύσεων του Yπουργείου Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου, θέση που διατήρησε για τριάντα χρόνια. Έκανε λίγα ταξίδια και σε ένα από αυτά στην Αθήνα γνωρίστηκε με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, ο οποίος ήταν ο πρώτος που έγραψε ένα άρθρο και παρουσίασε στο αθηναϊκό κοινό το 1903 τον Αλεξανδρινό ποιητή[3]. Από το 1904 εγκαθίσταται στο διαμέρισμα της Rue Lepsius 10 (ο δρόμος μετονομάστηκε το 2010 σε οδό Καβάφη σε ειδική εκδήλωση παρουσία του τότε δημάρχου Αθηναίων και του κυβερνήτη Αλεξανδρείας) στο οποίο και έμεινε ως το τέλος της ζωής του. Πέθανε στις 29 Απριλίου 1933 στην Αλεξάνδρεια, ύστερα από εγχείριση στον λάρυγγα τον Ιούνιο του 1932 στην Αθήνα[4].

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Σε πολλούς Έλληνες αλλά και ξένους λογοτέχνες ένας συγκεκριμένος τόπος, η γενέτειρά τους ή κάποιος τόπος που αγάπησαν  μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλά μέσα στο έργο τους. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις αποτελεί απλώς το γεωγραφικό – χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία τους. Στην ποίηση όμως του Καβάφη, η λειτουργία της πόλης, της Αλεξάνδρειας, παίρνει πολλές συμβολικές διαστάσεις και λειτουργίες που ξεφεύγουν από την απλή τοποθέτηση μιας αφήγησης σε ένα μέρος. Σε πολλά του ποιήματα μάλιστα, η ίδια η πόλη, η Αλεξάνδρεια είναι η πρωταγωνίστρια. Για την παρουσίαση της λειτουργίας της Αλεξάνδρειας στην ποίηση του Καβάφη βασιζόμαστε σε πολλά σημεία στο βιβλίο του Edmund Keeley, βασικό θέμα του οποίου είναι ακριβώς η Καβαφική Αλεξάνδρεια και το πώς εξελίσσεται μέσα στην ποίησή του η σχέση του ποιητή με την πόλη του[5]. Στον σημερινό αναγνώστη η σύνδεση του Κ. Π. Καβάφη με την Αλεξάνδρεια είναι σχεδόν αυτονόητη σε σημείο που στο άκουσμα μόνο της λέξης Αλεξάνδρεια να έρχεται συνειρμικά στο νου ο ποιητής.  Ακόμα και ο σημερινός επισκέπτη της πόλης  με το βλέμμα του πολλές φορές ψάχνει την Αλεξάνδρεια και τους Αλεξανδρινούς που γνώρισε μέσα από τα ποιήματα του Καβάφη. Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια από τον θάνατο του ποιητή, φαίνεται ότι επιβιώνει σαν σκιά η μορφή του Καβάφη στην πόλη, μια εικόνα ή μια αίσθηση που αποτυπώθηκε στο έργο λογοτεχνών, όπως ο Durrell στο βιβλίο Ιουστίνη, στο Αλεξανδρινό Κουαρτέτο[6]. Η Αλεξάνδρεια λοιπόν στο έργο του Καβάφη δεν είναι ένας τόπος που απλά και νοσταλγικά εγκωμιάζεται και εξυμνείται. Η Αλεξάνδρεια για τον Καβάφη, όπως θα δούμε, είναι η μεταφορική πόλη, η αισθησιακή πόλη, η μυθική πόλη και η πόλη κέντρο του ελληνικού κόσμου με οικουμενική προοπτική.  Μέσα από τα ποιήματα του Καβάφη αλλά και μέσα από την προσωπική σχέση του ποιητή με την πόλη όπως φαίνεται από βιογραφικά στοιχεία θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε αυτές τις λειτουργίες καθώς και το πώς εξελίσσονται.

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Η σχέση του Καβάφη με την Αλεξάνδρεια πέρασε από πολλές φάσεις. Στην αρχή μάλιστα της ποιητικής του δημιουργίας φαίνεται ότι υπάρχει μια σχέση αγάπης και μίσους ανάμεσα στον ποιητή και την πόλη. Ο ποιητής, ο οποίος όπως αναφέραμε, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια αλλά έζησε στο Λονδίνο και στην Κωνσταντινούπολη, δυσκολεύτηκε να συμφιλιωθεί με τη ζωή της Αλεξάνδρειας την οποία έβρισκε αποπνιχτική. Ένα πρώτο σχόλιο του Καβάφη για την Αλεξάνδρεια βρίσκουμε σε μία επιστολή – απάντηση προς τον ίδιο από τον φίλο του Μικέ Ράλλη. Ο Ράλλης του απαντάει στα όσα του γράφει ο Καβάφης από την Κωνσταντινούπολη: «Όταν διατείνεσαι ότι μισείς την Αλεξάνδρεια και όλο αυτό το τίποτε, δεν σε πιστεύω[7]». Μια άλλη ένδειξη για τα αισθήματα του ποιητή για την πόλη βρίσκουμε και στο σχεδίασμα του ποιήματος «Στην ίδια πόλι » του 1894:

«Μισώ τον κόσμο αυτόν και με μισεί

εδώ που την ζωήν μου την μισή

επέρασα»

Μια άλλη πιο ξεκάθαρη ένδειξη της πίεσης που ένιωθε ο ποιητής φαίνεται και από ένα σημείωμα  που χρονολογείται το 1907, όταν ήταν σαράντα τεσσάρων χρονών: «την συνήθισα πια την Αλεξάνδρεια, και πιθανότατα και πλούσιος, αν ήμουν, εδώ να έμνησκα. Αλλά με όλον τούτο, πώς με στενοχωρεί. τι δυσκολία, τι βάρος που είναι η μικρή πόλις –τι έλλειψις ελευθερίας. θα έμνησκα εδώ ( δεν είμαι πάλι βέβαιος όλως διόλου αν θα έμνησκα) γιατὶ είναι σαν πατρίς, γιατί σχετίζεται με τις αναμνήσεις της ζωής μου. Αλλά πώς εχρειάζονταν σ’έναν άνθρωπον σαν κ’εμένα –τόσο διαφορετικό -η μεγάλη πόλις. Η Λόνδρα, να πούμε. αφ’ότου έφυγεν…Ρ. Μ., πώς την βάζω στον νου μου[8]».

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ: Η ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΠΟΛΗ
Και ακριβώς μέσα σ’αυτήν την πρώτη ποιητική περίοδο του Καβάφη, από τα πρώτα του ποιήματα μέχρι το 1910 -1911 η Αλεξάνδρεια παρουσιάζεται ως μία πόλη που τον περιορίζει, μια «κώχη μικρή» στην οποία ρημάζει η ζωή του, μία πόλη που τον πνίγει, τον καταπιέζει. Η Αλεξάνδρεια δεν κατονομάζεται σ’αυτά τα ποιήματα, ούτε δίνεται κάποιος συγκεκριμένος χρονικός προσδιορισμός, αν δηλαδή πρόκειται για την σύγχρονη ή την αρχαία πόλη. Και αυτό ακριβώς σημαίνει η μεταφορική χρήση της Αλεξάνδρειας, είναι η χρησιμοποίηση της ιδέας της πόλης, το περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζονται ορισμένα ποιήματα χωρίς όμως να αναφέρεται το όνομά της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λειτουργίας καθώς και της σχέσης του ποιητή με την Αλεξάνδρεια έχουμε στο ποίημα «Ἡ Πόλις» ποίημα γραμμένο αρχικά το 1894 και δημοσιευμένο το 1910, ποίημα το οποίο ο ίδιος ο ποιητής το είχε προτάξει ως το πρώτο σε ορισμένες συλλογές ποιημάτων τις οποίες καταρτούσε με τον δικό του ιδιόμορφο εκδοτικό τρόπο.

Άλλα ποιήματα ενδεικτικά της μεταφορικής χρήσης της πόλης αλλά και του αποπνιχτικού αισθήματος που του προκαλεί μπορούμε να εντοπίσουμε στο ποίημα «Τα τείχη» και «Τα παράθυρα». Κάπου όμως ανάμεσα στο 1907 – 1910 συντελείται μία μεταστροφή του ποιητή σε σχέση με την πόλη. Όπως είδαμε από το σχεδίασμα «στην ίδια πόλι» αλλά και από τα προσωπικά του σχόλια  η πόλη, η Αλεξάνδρεια, είναι υπεύθυνη για το αίσθημα περιορισμού που νιώθει. Ωστόσο από την τελική επεξεργασία και μορφή του ποιήματος «Ἡ Πόλις» διαπιστώνουμε ότι η ευθύνη μετατίθεται από την πόλη στο ίδιο το ποιητικό υποκείμενο:

«Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ

στην κώχη τούτη την μικρή, σ’όλην την γη την χάλασες»

Από αυτό το σημείο και μετά, η Αλεξάνδρεια είναι απαλλαγμένη από τις όποιες κατηγορίες και είναι ελεύθερη να συνεχίσει την λειτουργία της μεταφορικής πόλης προσλαμβάνοντας όμως τώρα άλλες διαστάσεις και να αναλάβει τον καλλιτεχνικό ρόλο της αισθησιακής, της ιστορικής και μυθικής πόλης. Ενδείξεις αυτής της αλλαγής μπορούμε να εντοπίσουμε στο ποίημα «Ἡ Σατραπεία» δημοσιευμένο και αυτό το 1910 και τοποθετημένο αμέσως μετά το «¨Η Πόλις». Στη Σατραπεία, το ποιητικό υποκείμενο τελικά αποφασίζει να φύγει αλλὰ ο τόπος που βρίσκει δεν τον ικανοποιεί:

«Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·

τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,

τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·

την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους»

Η Αλεξάνδρεια, ως η μεταφορική πόλη,  φαίνεται πια πως έχει μετασχηματιστεί ως ο τόπος όπου θα προσπαθήσει να διεκδικήσει τα δικά του «ανεκτίμητα Εύγε». Είναι ο τόπος που θα αρχίσει από αυτό το σημείο και στο εξής να αποκτά έναν πιο ξεκάθαρο συμβολικό χαρακτήρα. Στο ποίημα «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» (εκδ.1911) ο Καβάφης βασίζεται σε ένα παράθεμα του Πλουτάρχου το οποίο το αναπλάθει ποιητικά. Ο Αντώνιος, σύμφωνα με το παράθεμα του ιστορικού, λίγο πριν το οριστικό τέλος του ύστερα από την ήττα στο Άκτιο, ακούει την μουσική του θιάσου του θεού Διονύσου να τον εγκαταλείπει και πλέον γνωρίζει ότι όλα έχουν τελειώσει. Ο Καβάφης στη θέση του θεού Διονύσου, βάζει την Αλεξάνδρεια που φεύγει, η Αλεξάνδρεια είναι ο θεός που εγκαταλείπει τον Αντώνιο. Η ποιητική φωνή καλεί τον Αντώνιο να είναι θαρραλέος και να μην ξεγελαστεί ότι όλα όσα έζησε ήταν ένα ψέμα γιατί είχε την τιμή και την αξίωση να ζήσει σε «μια τέτοια πόλι». Δεν κατονομάζονται όμως ρητά οι ιδιότητες αυτής της πόλης, δεν μας εξηγείται τι είναι αυτό που την κάνει τόσο ξεχωριστή ώστε να επιτάσσει μία ιδιαίτερη φιλοσοφική αντιμετώπιση και θάρρος. Από το σημείο λοιπόν αυτό και ύστερα, καθώς ο Καβάφης θεοποιεί την πόλη του, την τοποθετεί ως τον κεντρικό μύθο της ποίησής του, το όχημα με το οποίο θα εκφράσει τις ιδέες και τα αισθήματά του.

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ: Η ΜΥΘΙΚΗ ΠΟΛΗ – ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΛΗ. ΤΟ ΕΠΙΘΕΤΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ.
Η Αλεξάνδρεια θα αρχίσει να λειτουργεί, όχι πλέον ως η μεταφορική πόλη, αλλά ως η μυθική – ιστορική πόλη, η αρχαία Αλεξάνδρεια της οποίας τα χαρακτηριστικά θα τα βρούμε να διαμορφώνονται σταδιακά μέσα στα ποιήματά του. Παράλληλα με την πόλη, διαμορφώνεται και το επίθετο Αλεξανδρινός, ως συνώνυμο των ιδιοτήτων που εκφράζουν τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής αυτής  της πόλης και τις ιδιότητες του πνεύματος των κατοίκων της. Στην «Δόξα των Πτολεμαίων» (εκδ.1911) η Αλεξάνδρεια είναι:

Η πόλις η διδάσκαλος, η πανελλήνια κορυφή,

εις κάθε λόγο, εις κάθε τέχνη η πιο σοφή.

Στο ποίημα « Τα επικίνδυνα» (εκδ. 1911) μας δίδεται η χρονική στιγμή (επί βασιλείας αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου) καθώς και το γεωγραφικό στίγμα της Αλεξάνδρειας,  οπού ό Μυρτίας, ένας Σύρος σπουδαστής έρχεται για να σπουδάσει. Η πόλη όμως εκτός από τη δυνατότητα ανωτέρων σπουδών προσφέρει και τις πιο «επικίνδυνες» τολμηρές ηδονές. Στο «Αλεξανδρινοί Βασιλείς» (εκδ. 1912) μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε μερικά βασικά χαρακτηριστικά των Αλεξανδρινών αλλά και του Αλεξανδρινού πνεύματος. Βρισκόμαστε στο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας, την στιγμή που η Κλεοπάτρα παρουσιάζει τα παιδιά της στους Αλεξανδρινούς προκειμένου να τα κηρύξει βασιλείς και διαδόχους των περιοχών που ανήκουν στο κράτος των Πτολεμαίων. Αυτά όμως τα βασίλεια που μοιράζονται στον Αλέξανδρο, τον Πτολεμαίο και τον Καισαρίωνα είναι χωρίς αντίκρισμα, καθώς σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα θα χάσουν τα πάντα και η Αίγυπτος θα περάσει στα χέρια του Αυγούστου και της Ρώμης. Οι Αλεξανδρινοί λοιπόν αποδεικνύονται οξυδερκείς στις πολιτικές τους κρίσεις καθώς:

… ένοιωθαν βέβαια

που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Βρίσκονται σε μία θεατρική σκηνή:

Aλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,

ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,

το Aλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα

θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης

Έχουν συνείδηση ότι παίρνουν μέρος και αναλαμβάνουν να παίξουν και αυτοί τον ρόλο τους. Η μέρα και το μέρος είναι κατάλληλα για να εκφραστεί το θεατρικό ταλέντο, η αλεξανδρινή ειρωνεία και η πολιτική οξύνεια:

κ’ οι Aλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,

κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν

ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, και ποιοι εβραίικα,

γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα—

μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,

τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες.

Οι Αλεξανδρινοί είναι ένα μωσαϊκό διαφορετικών εθνοτήτων (ελληνικά, κ’αιγυπτιακα, και ποιοι εβραίικα) τους οποίους όμως ενώνει η θεατρικότητα, η λεπτή ειρωνεία αλλά και η γοητεία των θεαμάτων στα οποία παίρνουν μέρος. Γνωρίζουν πως δεν ορίζουν την μοίρα, γελούν και διασκεδάζουν με το παιχνίδι των αρχόντων, τα κούφια λόγια τους και τις βασιλείες.

Το ιδιαίτερα στοιχεία της ιστορικής Αλεξάνδρειας και τα χαρακτηριστικά του Αλεξανδρινού πνεύματος διαφαίνονται και σε άλλα ποιήματα: Στο ποιήμα «Για τον Αμμόνη, που πέθανε 29 ετών, στα 610» (εκδ. 1917) βρισκόμαστε στην Αλεξάνδρεια λίγο πριν την αραβική κατάκτηση. Το ποιητικό υποκείμενο προτρέπει τον αιγύπτιο ποιητή Ραφαήλ να συνθέσει στα ελληνικά ένα επιτύμβιο για τον ποιητή Αμμόνη με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται το Αλεξανδρινό πνεύμα, ο τρόπος και η στάση ζωής που χαρακτηρίζει και τους δύο:

Pαφαήλ, οι στίχοι σου έτσι να γραφούν

που νάχουν, ξέρεις, από την ζωή μας μέσα των,

που κι ο ρυθμός κ’ η κάθε φράσις να δηλούν

που γι’ Aλεξανδρινό γράφει Aλεξανδρινός.

Στο ποίημα «Ιασή Τάφος»  (εκδ. 1917) γίνονται ακόμα πιο ξεκάθαρα και υπερτονίζονται ορισμένα χαρακτηριστικά του Αλεξανδρινού τρόπου ζωής. Η ορμή, η θέρμη και η ηδονή.  Το ποίημα είναι ένα επιτύμβιο το οποίο απευθύνεται στον διαβάτη. Αν αυτός που το διαβάζει είναι Αλεξανδρινός δεν θα κατακρίνει τον Ιασή:

Ιασή Tάφος

Κείμαι ο Ιασής ενταύθα. Της μεγάλης ταύτης πόλεως

ο έφηβος ο φημισμένος για εμορφιά.

Μ’ εθαύμασαν βαθείς σοφοί· κ’ επίσης ο επιπόλαιος,

ο απλούς λαός. Και χαίρομουν ίσα και για

τα δυο. Μα απ’ το πολύ να μ’ έχει ο κόσμος Νάρκισσο κ’ Ερμή,

η καταχρήσεις μ’ έφθειραν, μ’ εσκότωσαν. Διαβάτη,

αν είσαι Aλεξανδρεύς, δεν θα επικρίνεις. Ξέρεις την ορμή

του βίου μας· τι θέρμην έχει· τι ηδονή υπερτάτη.

Ο Ηδονισμός και η Τέχνη της Αλεξάνδρειας είναι επίσης τα χαρακτηριστικά που κερδίζουν τον Ιάνθη Αντωνίου, από εβραϊκή οικογένεια  στο ποίημα Των Εβραίων (50μ.Χ.). Αν και ο ίδιος ο Ιάνθης δηλώνει ότι εγκαταλείπει τον ωραίο και σκληρόν ελληνισμό για να αφοσιωθεί στις παραδόσεις των Εβραίων, το ποιητικό υποκείμενο μας αποκαλύπτει ότι τελικά παρέμενε αφοσιωμένος στα χαρακτηριστικά του Αλεξανδρινού τρόπου ζωής: την Ηδονή και την Τέχνη:

Των Eβραίων (50 μ.X.)

Ζωγράφος και ποιητής, δρομεύς και δισκοβόλος,

σαν Ενδυμίων έμορφος, ο Ιάνθης Aντωνίου.

Aπό οικογένειαν φίλην της Συναγωγής.

«Η τιμιότερές μου μέρες είν’ εκείνες

που την αισθητική αναζήτησιν αφίνω,

που εγκαταλείπω τον ωραίο και σκληρόν ελληνισμό,

με την κυρίαρχη προσήλωσι

σε τέλεια καμωμένα και φθαρτά άσπρα μέλη.

Και γένομαι αυτός που θα ήθελα

πάντα να μένω· των Εβραίων, των ιερών Εβραίων, ο υιός.»

Ένθερμη λίαν η δήλωσίς του. «Πάντα

να μένω των Εβραίων, των ιερών Εβραίων —»

Όμως δεν έμενε τοιούτος διόλου.

Ο Ηδονισμός κ’ η Τέχνη της Aλεξανδρείας

αφοσιωμένο τους παιδί τον είχαν.

Και στο ποίημα «Από την Σχολήν του περιωνύμου Φιλοσόφου» μας δίνεται το γεωγραφικό στίγμα της Αλεξάνδρειας, ως του τόπου της κραιπάλης:

Έπρεπεν όμως και να κάμει κάτι. Έγινε ο θαμών

των διεφθαρμένων οίκων της Aλεξανδρείας,

κάθε κρυφού καταγωγίου κραιπάλης.

Στο ποίημα αντίθετα «Είγε ετελεύτα» (εκδ. 1920) η Αλεξάνδρεια έχει γίνει μια χριστιανική πόλη, θεοσεβής που αποστρέφεται τους ειδωλολάτρες. Ένας από τους λίγους εθνικούς που έχουν μείνει σ’αυτήν την πόλη διαβάζει τον ποιητή Φιλόστρατο και ρεμβάζει:

Έτσι ερέμβαζε στην πενιχρή του κατοικία—

μετά μια ανάγνωσι του Φιλοστράτου

«Τα ες τον Τυανέα Aπολλώνιον»—

ένας από τους λίγους εθνικούς,

τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε —ασήμαντος

άνθρωπος και δειλός— στο φανερόν

έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κι εκκλησιάζονταν.

Ήταν η εποχή καθ’ ην βασίλευεν,

εν άκρα ευλαβεία, ο γέρων Ιουστίνος,

κ’ η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,

αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν.

Και σε άλλα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη δίνεται το γεωγραφικό στίγμα της Αλεξάνδρειας χωρίς απαραίτητα η πόλη ή το Αλεξανδρινό πνεύμα να πρωταγωνιστούν : «Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες» (1922), «το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια» (1924), «Μέσα στα Καπηλειά» (1926), «Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας» (1926), «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης» (1928). Σ’αυτό μάλιστα το ποίημα το ποιητικό υποκείμενο χαρακτηρίζει τους Αλεξανδρινούς απαίσιους, καθώς πολύ εύκολα κοροϊδεύουν κάποιον ημιμαθή, κάποιον που δεν γνωρίζει καλά τα ελληνικά. Ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης που επισκέπτεται την Αλεξάνδρεια, προσπαθεί να μιμηθεί τον ελληνικό τρόπο ζωής. Φοβάται όμως να μιλήσει γιατί οι Αλεξανδρινοί θα «τον πάρουν στο ψιλό»:

Άρεσε γενικώς στην Aλεξάνδρεια,

[….]

κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν

χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι

μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,

κ’ οι Aλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,

ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.

Η Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ. είναι το ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο του ποιήματος «Μύρης. Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.» (εκδ. 1929) όπως μάλιστα φαίνεται και από τον τίτλο του. Την περίοδο αυτή εθνικοί και χριστιανοί μοιράζονται την ίδια πόλη και στην περίπτωση του Μύρη που είναι χριστιανός και τις ίδιες ηδονές και διασκεδάσεις.

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ: Η ΑΙΣΘΗΣΙΑΚΗ ΠΟΛΗ
Παράλληλα και συμπληρωματικά προς την μυθική – ιστορική διάσταση, η Αλεξάνδρεια γίνεται η αισθησιακή πόλη, η σύγχρονη του ποιητή Αλεξάνδρεια, το σκηνικό των ερωτικών ποιημάτων του. Ο Καβάφης αντιπαραθέτει μια αρχαία και μια σύγχρονη πόλη σε παράλληλα ποιήματα, που δημοσιεύονται και διανέμονται περίπου ταυτόχρονα. Φαίνεται πως ο ποιητής προγραμμάτισε το έργο του ώστε οι αναγνώστες να έχουν μπροστά τους μια λίγο πολύ συνεχή εικόνα της σύγχρονης Αλεξάνδρειας πλάι στην μυθική και την ιστορική[9]. Το πραγματικό σκηνικό που έχει στο μυαλό του μοιάζει πολύ με το Quartie Attarine, μία περιοχή γεμάτη οίκους ανοχής, την οποία ο ποιητής γνώρισε καλά στα νιάτα ικανοποιώντας τις επιθυμίες του. Αυτό είναι το σκηνικό ποιημάτων του όπως: «Σταις σκάλαις», «Να μείνει», «Ρωτούσε για την ποιότητα», «Δύο νέοι 23 ως 24 ετών» , «Μια νύχτα». Στο τελευταίο αυτό ποίημα που γράφτηκε το 1907, την χρονιά που ο Καβάφης μόλις είχε μετακομίσει στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου στην Rue Lepsius, στο «μονήρες σπίτι» του, έχουμε την εικόνα της πραγματικής πόλης:

Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,

κρυμμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.

Aπ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,

το ακάθαρτο και το στενό. Aπό κάτω

ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών

που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.

Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι

είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη

τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης —

τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα

που γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!,

μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

Αυτό το «μονήρες σπίτι» βρισκόταν, όπως είπαμε, σε μια περιοχή με στενά δρομάκια γεμάτα οίκους ανοχής και σ’αυτό μετακόμισε όχι τόσο γιατί τον βόλευε (ήταν κοντά στο γραφείο του, το ελληνικό πατριαρχείο, το νοσοκομείο και αλλού) αλλά μάλλον γιατί ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του. Συνέχισε μάλιστα να μένει εκεί ακόμα και όταν το ισόγειο του κτηρίου μετατράπηκε σε μπορντέλο ενώ οι κοπέλες που εργάζονταν σ’ αυτό είχαν αποκτήσει οικειότητα με τον ίδιο και τους επισκέπτες του[10]. Ο ίδιος μάλιστα ο ποιητής φαίνεται να είπε για τις γειτόνισσές του: «Ταις καϋμένες, είναι να ταις λυπάται κανείς ταις καϋμέναις. Δέχονται κάτι συχαμερούς ανθρώπους, κάτι τέρατα, αλλά δέχονται και κάτι αγγέλους, κάτι αγγέλους». Η περιοχή λοιπόν φαίνεται ότι του ταίριαζε γιατί βρισκόταν κοντά στα τρία κέντρα της ύπαρξης: «πού αλλού θα βρισκόμουν καλύτερα, παρά ανάμεσα στα τρία κέντρα της ύπαρξης. Τα σπίτια της αμαρτίας, την εκκλησία που συγχωρεί και το νοσοκομείο που πεθαίνεις». Μέσα σ’αυτό το πλαίσιο, σ’αυτήν την εικόνα της πραγματικής – αισθησιακής πόλης διαμορφώνονται τα ερωτικά του ποιήματα.

Ας δούμε σε μερικά ερωτικά ποιήματα το σκηνικό της πραγματικής –  αισθησιακής πόλης της Αλεξάνδρειας, η οποία της περισσότερες φορές δεν αναφέρεται ρητά: Στο ποίημα «Απ’τες εννιά»

Το είδωλον του νέου σώματός μου,

απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,

ήλθε και με ηύρε και με θύμισε

κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,

και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!

Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,

δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,

κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,

και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Επίσης στο ποίημα «Κάτω από το σπίτι»

Χθες περπατώντας σε μια συνοικία

απόκεντρη, πέρασα κάτω από το σπίτι

που έμπαινα σαν ήμουν νέος πολύ.

Εκεί το σώμα μου είχε λάβει ο Έρως

με την εξαίσια του ισχύν.

Και χθες

σαν πέρασ’ απ’ τον δρόμο τον παληό,

αμέσως ωραΐσθηκαν απ’ την γοητεία του έρωτος

τα μαγαζιά, τα πεζοδρόμια, η πέτρες,

και τοίχοι, και μπαλκόνια, και παράθυρα·

τίποτε άσχημο δεν έμεινεν εκεί.

Και καθώς στέκομουν, κ’ εκύτταζα την πόρτα,

και στέκομουν, κ’ εβράδυνα κάτω απ’ το σπίτι,

η υπόστασίς μου όλη απέδιδε

την φυλαχθείσα ηδονική συγκίνησι.

Η Αλεξάνδρεια είναι το σκηνικό και του ποιήματος «Ο ήλιος του απογεύματος»

Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω.

Τώρα νοικιάζονται κι αυτή κ’ η πλαγινή

για εμπορικά γραφεία. Όλο το σπίτι έγινε

γραφεία μεσιτών, κ’ εμπόρων, κ’ Εταιρείες.

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Ο Καβάφης, όπως σχολιάζει ο Keeley, έπρεπε να φτάσει στην ηλικία των σαράντα για να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του και να μιλήσει ειλικρινά μέσα από τα ποιήματά του για τα πάθη του αναπλάθοντας την εικόνα της σύγχρονής του Αλεξάνδρειας[11]. Και σταδιακά δημιούργησε ένα σχήμα διαρκούς παραλληλισμού σύγχρονης και αρχαίας Αλεξάνδρειας. Σε μία περίπτωση έχουμε μάλιστα μέσα στο ίδιο και το αυτό ποίημα την συνύπαρξη της σύγχρονης και της αρχαίας Αλεξάνδρειας. Ο ποιητής στο «Μέρες του 1909, ’10, και ’11) εκθειάζει την ομορφιά ενός νέου εργάτη που φθείρεται στην σύγχρονη πόλη ενώ η αρχαία ενδεχομένως να είχε δώσει πολύ περισσότερες ευκαιρίες να την υμνήσει και να την καταστήσει αθάνατη.

Μέρες του 1909, ’10, και ’11

Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού

(από νησί του Aιγαίου Πελάγους) ήταν υιός.

Εργάζονταν σε σιδερά. Παληόρουχα φορούσε.

Σχισμένα τα ποδήματά του της δουλειάς κ’ ελεεινά.

Τα χέρια του ήσαν λερωμένα από σκουριές και λάδια.

Το βραδυνό, σαν έκλειε το μαγαζί,

αν ήταν τίποτε να επιθυμεί πολύ,

καμιά κραβάτα κάπως ακριβή,

καμιά κραβάτα για την Κυριακή,

ή σε βιτρίνα αν είχε δει και λαχταρούσε

κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί,

το σώμα του για ένα τάλληρο ή δυο πουλούσε.

Διερωτώμαι αν στους αρχαίους καιρούς

είχεν η ένδοξη Aλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή,

πιο τέλειο αγόρι από αυτόν — που πήε χαμένος:

δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά·

στο παληομάγαζο ενός σιδερά ριχμένος,

γρήγορ’ απ’ την επίπονη δουλειά,

κι από λαϊκή κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, είχε φθαρεί.

Με την παρουσίαση της Αισθησιακής πόλης ολοκληρώσαμε την σύντομη παρουσίασή μας για τους τρόπους λειτουργίας της Αλεξάνδρειας μέσα στην ποίηση του Κ. Π. Καβάφη. Στη συνέχεια θα δούμε πως η ίδια πόλη παρουσιάζεται στην ποίηση του μεγάλου ιταλού ποιητή Giuseppe Ungaretti.

Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ GIUSEPPE UNGARETTI
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ[12]

Ο Giuseppe Ungaretti γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον Φεβρουάριο του 1888 από γονείς που προέρχονταν από την πόλη Lucca της Τοσκάνης. Ο πατέρας του μετανάστευσε στην Αίγυπτο για να δουλέψει στην διώρυγα του Σουέζ αλλά γρήγορα αρρώστησε και πέθανε το 1890. Η μητέρα του είχε έναν φούρνο στην περιφέρεια της Αλεξάνδρειας, πολύ κοντά στα όρια με την έρημο. Οι πρώτες λοιπόν εικόνες του ποιητή προέρχονται από αυτό το μέρος που το περιβάλλει η έρημος, οι μυρωδιές και οι ήχοι αυτής της πόλης που αποτελείται, όπως αναφέραμε πιο πάνω, από ένα μωσαϊκό διαφορετικών εθνικοτήτων και νοοτροπιών. Βεδουίνοι, Ευρωπαίοι, Άραβες, Εβραίοι, αναρχικοί, δημοκράτες, επαναστάτες κατατρεγμένοι από την ευρύτερη περιοχή της Lucca αποτελούν το οικογενειακό περιβάλλον του ποιητή. Το 1897 αρχίζει σπουδές στο Istituto don Bosco (στο οποίο φοίτησε και ο Marinetti) και συνεχίζει στο Ecole Suisse Jacot, όπου γνωρίζεται με τον Mohammed Sceab, ο οποίος και θα γίνει αγαπημένος φίλος του. Στο σχολείο αυτό έρχεται σε επαφή με την ευρωπαϊκή ποίηση και την λογοτεχνία και επηρεάζεται κυρίως από τον Mallarme’, τον Baudelaire και τον Nietzsche. Το 1908 συχνάζει στον κύκλο αναρχικών «Baracca Rossa» και συμμετέχει στην απόπειρα απελευθέρωσης των Ρώσων ναυτικών του θωρηκτού Ποτέμκιν, οι οποίοι είχαν προβεί σε ανταρσία και είχαν συλληφθεί.

Το 1912 σε ηλικία 24 χρόνων εγκαθίσταται στο Παρίσι όπου συναναστρέφεται με την ελίτ της ευρωπαϊκής διανόησης. Στις αρχές του Μεγάλου πολέμου (Ά’Παγκόσμιος) 1915 – 1916 είναι στην Ιταλία και φεύγει για το μέτωπο. Η εμπειρία στον πόλεμο των χαρακωμάτων, ο θάνατος, η καταστροφή και η απελπισία που βιώνει τον σημαδεύουν ανεξίτηλα και μέσα σε αυτήν την φρίκη ανακαλύπτει το κάλεσμα που έχει για την ποίηση. Η συλλογή il porto sepolto (1916) και αργότερα η δεύτερη συλλογή Allegria di naufragi  που εκδίδεται το 1919 και περιλαμβάνει το Il porto sepolto αποτυπώνει με ενάργεια τα βιώματα από τον πόλεμο ενώ παράλληλα αποτελεί σταθμό στην Ιταλική λογοτεχνία καθώς εγκαινιάζει έναν καινούργιο τρόπο έκφρασης, απαλλαγμένο από ρητορείες και πομπώδες ύφος. Αυτή η πρώτη ποιητική φάση του ποιητή χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση της λέξης. Η λέξη είναι η ποιητική ουσία και ο πυρήνας της ποίησής του και ως προς την μορφή, τον ήχο, την μουσικότητα αλλά και ως προς το περιεχόμενο. Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής αυτής είναι σύντομα με μικρούς στίχους, πολλές φορές αποτελούμενους από μία λέξη. Η τεχνική αυτή έχει σκοπό να δώσει έμφαση στη λέξη και να κατασκευάσει μία μοναδική εικόνα. Ο Ungaretti χρησιμοποιεί την καθημερινή απλή γλώσσα στα ποιήματά του, η οποία πάλλεται από συναίσθημα και νοήματα. Το μέτρο στα ποιήματά του το δίνει η ίδια η μουσικότητα και ο εσωτερικό ρυθμός της λέξης, ένας ρυθμός που υποβάλλεται από την σιωπή και το λευκό κενό που περικλείει την λέξη μέσα στη σελίδα.

Η συλλογή Sentimento del tempo (1933) εγκαινιάζει την δεύτερη ποιητική περίοδο του ποιητή. Η δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση της φράσης. Ο Ungaretti εξελίσσει και καλλιεργεί τους εκφραστικούς τρόπους που εισήγαγε στην ιταλική ποίηση και μεταφέρει σταδιακά το βάρος της ποιητικής του δημιουργίας από την λέξη στην συντακτική μονάδα της φράσης.

Ταξιδεύει στην Ευρώπη, στην Αίγυπτο, στην Ιταλία  και στην Βραζιλία όπου θα παραμείνει και θα ασχοληθεί με την διδασκαλία για μερικά χρόνια. Το 1939 όμως τον βρίσκει εκεί μια τραγωδία καθώς πεθαίνει ο εννιάχρονος γιος του. Η ποιητική συλλογή Il dolore (1947) αντικατοπτρίζει όλον τον πόνο του ποιητή για τον χαμό του γιου του και ταυτόχρονα αποτελεί την έναρξη της τρίτης και τελευταίας ποιητικής φάσης του G. Ungaretti, μιας φάσης που χαρακτηρίζεται από περισυλλογή. Στην τελική έκδοση των απάντων του ο ίδιος ο ποιητής έδωσε τον τίτλο Vita d’un uomo. Πέθανε στο Μιλάνο το 1970.

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ UNGARETTI: ΜΟΤΙΒΑ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ
Στον Καβάφη είδαμε τους διαφορετικούς συμβολισμούς και λειτουργίες που αποκτά η πόλη μέσα στα ποιήματά του καθώς και τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται. Και στην ποίηση του Ungaretti εμφανίζεται η πόλη της Αλεξάνδρειας όμως αρκετά διαφοροποιημένα σε σχέση με τον Έλληνα ποιητή. Στην περίπτωση του Ungaretti εμφανίζονται μέσα στα ποιήματά του συγκεκριμένα μοτίβα, εικόνες και ήχοι από τα βιώματα που είχε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Αίγυπτο. Μερικά από τα μοτίβα και τα θέματα αυτά είναι η απεραντοσύνη της ερήμου και της θάλασσας, οι αντικατοπτρισμοί και μια αίσθηση θολούρας, ήχοι και εικόνες από την μουσουλμανική θρησκεία ή  κάποια πρόσωπα. Θα αναζητήσουμε στα ποιήματά του δηλαδή όχι μόνο το πώς λειτουργεί και παρουσιάζεται η πόλη της Αλεξάνδρειας αλλά και τα μοτίβα ή τις αφηγηματικές τεχνικές που αντικατοπτρίζουν μέσα στο έργο του τα βιώματα του ποιητή στην Αίγυπτο γενικότερα. Ένα από τα κυρίαρχα θέματα – μοτίβα που θα διατρέχει σε όλη σχεδόν την ποιητική δημιουργία το έργο του Ungaretti, όπως ήδη αναφέραμε, είναι η έρημος. Ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει ότι όποιος διαβάζει τα ποιήματά του θα καταλάβει ότι καταρχήν υπάρχει μία ξηρασία και ένα εκτυφλωτικό φως που την δημιουργεί και που προκαλεί παραισθήσεις. Αυτή είναι η αίσθηση που νιώθει κάθε φορά που συναντά την Μούσα. Γεννήθηκε στα όρια της ερήμου και οι αντικατοπτρισμοί της ερήμου είναι το αρχικό κίνητρο της ποίησής του, όπως ο ίδιος παραδέχεται[13].  Δεν είναι τα φολκλοριστικά στοιχεία της Αιγύπτου που επηρεάζουν το έργο του, αλλά ο τρόπος ζωής των αράβων και ο απόηχος της αραβικής μουσικής κυρίως μέσα από το Ισλάμ που επηρεάζει την ποιητική τεχνική του ποιητή. Ο ίδιος ο ποιητής λέει σχετικά:

«Όσον αφορά κάποια συγκεκριμένη επίδραση που είχε η Ανατολή πάνω μου θα πω ότι είμαι αναίσθητος στο γραφικό «παζάρι». Αυτό ακριβώς που με συγκίνησε, αυτό που είχα ήδη συλλάβει στην αραβική ποίηση, άφησε ένα σημάδι, χωρίς να το θέλω και ούτε καν να το καταλάβω, στην ποίησή μου. Δεν ήταν τα χρώματα […]. Δεν πιστεύω ότι η αραβική ποίηση είναι μια ποίηση του χρώματος. Είναι ποίηση της μουσικής αλλά όχι του χρώματος»[14].

Η μουσική διάσταση λοιπόν θα αποτελέσει ένα βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής του καθώς επίσης και η αιγυπτιακή τοπογραφία: η έρημος, το φως, η όαση, οι φοίνικες, οι μιναρέδες, περνούν μέσα στα ποιήματά του (ποιητική συλλογή Allegria) και εμφανίζονται ως όραμα τη στιγμή που βρίσκεται μέσα στα χαρακώματα κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου.

Όσον αφορά τη σχέση και τα αισθήματα του ποιητή για την πόλη της Αλεξάνδρειας, ενδιαφέρον είναι να ακούσουμε τον ίδιο τον ποιητή να μας μιλάει για την γενέθλια πόλη του και το πώς επηρέασε την προσωπικότητά του και την ποιητική του:

«Ιδού, γεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, δηλαδή σε μία πόλη που δεν ανήκει πια στην όαση, που δημιουργείται από τον Νείλο. Η Αλεξάνδρεια είναι στην έρημο, σε μία έρημο όπου η ζωή είναι εντονότατη από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας της, αλλά όπου η ζωή δεν αφήνει κανενός είδους μαρτυρία στο χρόνο. Η Αλεξάνδρεια είναι μια πόλη χωρίς κανένα μνημείο, ή καλύτερα σχεδόν χωρίς κανένα μνημείο που να θυμίζει το αρχαίο παρελθόν. Σιωπά ακατάπαυστα. Ο χρόνος την παίρνει μαζί της σε κάθε εποχή. Είναι μία πόλη όπου η αίσθηση του χρόνου, του χρόνου που φθείρει τα πάντα, είναι παρούσα κυρίως και πάνω απ’όλα στην φαντασία»[15].

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Η Αλεξάνδρεια , είναι λοιπόν μία πόλη, όπως η έρημος, εύθρυπτη (friabile),  που αιωρείται ανάμεσα σε δύο καθρέφτες, εκ πρώτης όψεως επίπεδους και ατάραχους αλλά στην πραγματικότητα σε συνεχή κίνηση: ο ένας είναι η θάλασσα και ο άλλος η έρημος. Δύο χώροι απέραντοι που μόνο λίγοι μπορούν να διασχίσουν[16]. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα που δείχνει την σχέση του ποιητή με την Αλεξάνδρεια είναι το ποίημα με τίτλο 1914-1915, το οποίο περιλαμβάνεται στη συλλογή Il sentimento nel tempo (1932). Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο αρκετά χρόνια μετά την αναχώρηση του Ungaretti από την Αλεξάνδρεια το 1912. Ο ποιητής θυμάται το ταξίδι με το καράβι που τον έπαιρνε μακριά από τη γενέθλια πόλη του με κατεύθυνση την Ιταλία, την χώρα καταγωγής. Ο Ungaretti απευθύνεται στην εύθρυπτη Αλεξάνδρεια, η οποία έχει τις βάσεις της στην αχανή έρημο και στη θάλασσα. Την βλέπει, καθώς φεύγει το καράβι, να γίνεται μια ανάμνηση. Δεν μετάνιωσε που την άφησε, φέρνει όμως στο μυαλό του εικόνες και ήχους που εντυπώθηκαν μέσα του. Γνωρίζει ότι είναι ένας ξένος γι’αυτήν, άλλο αίμα κυλά στις φλέβες του, νιώθει όμως ότι δεν την έχασε. Μέσα από την μοναξιά του πλοίου, καθώς απομακρύνεται από την Αίγυπτο, βαθιά μελαγχολία τον τυλίγει και μία απογοήτευση ότι η γενέθλια πόλη του είναι μία ξένη. Στο δεύτερο κομμάτι του ποιήματος ο ποιητής περιγράφει την σταδιακή εξέλιξη των συναισθημάτων του για την Ιταλία.

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

1914-1915

Ti vidi, Alessandria,

Friabile sulle tue basi spettrali

Diventarmi ricordo

In un abbraccio sospeso di lumi.

Da poco eri fuggita e non rimpiansi

L’alga che blando vomita il tuo mare,

Che ai sessi smanie d’inferno tramanda,

Nè l’infinito e sordo plenilunio

Delle aride sere che t’assediano,

Nè, in mezzo ai campi urlanti,

Sotto una cupa tenda

Amori e sonni lunghi sui tappeti.

Sono d’un altro sangue e non ti persi,

Ma in quella solitudine di nave

Più dell’usato tornò malinconica

La delusione che tu sia, straniera,

La mia città natale.

Η κοντινή έρημος με τους αντικατοπτρισμούς που προκαλεί σε όποιον προσπαθεί να την διαβεί, όπως είδαμε, επηρεάζει και αυτή το έργο του. Ο Ungaretti αναφέρει σχετικά με τους αντικατοπτρισμούς: «Κατ’αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε η γεύση και το πάθος να επιδοθώ, να βουτήξω, να τυλιχτώ με τους αντικατοπτρισμούς. Ήταν μία νεανική ανακάλυψη του εσωτερικού μου είναι. Μαζί το θάμπωμα μιας εικόνας, και η σχεδόν αδιόρατη, μέσα μου, πραγματικότητα, αυτή η πραγματικότητα που αργότερα πρέπει να την καταλάβω, να την δαμάσω, να την σαγηνεύσω, αυτήν την ρυτιδιασμένη πραγματικότητα οικεία στον Rimbaud. Χωρίς αμφιβολία υπήρχε σ’αυτό το παιδάκι, στην πρωταρχική του άγνοια, μία γνώση τέλεια και ατελής μιας πραγματικότητας ενδόμυχης, μυστικής, ακαθόριστης, απροσδιόριστης. Και ίσως ήταν αντικατοπτρισμός, όπως αυτός ο αντικατοπτρισμός που από την έρημο ερχόταν πάνω μας και το εκθαμβωτικό του σχήμα δεν διέχεε τίποτα άλλο παρά έρεβος[17].

Ας δούμε μερικά ποιήματα, κυρίως από την ποιητική συλλογή Allegria, στα οποία εμφανίζονται μερικά από τα μοτίβα  και θέματα που αναφέραμε προηγουμένως:

Levante

La linea

vaporosa muore

al lontano cerchio del cielo

Picchi di tacchi picchi di mani

e il clarino ghirigori striduli

e il mare è cenerino

trema dolce inquieto

come un piccione

A poppa emigranti soriani ballano

A prua un giovane è solo

Di sabato sera a quest’ora

Ebrei

laggiù

portano via

i loro morti

nell’imbuto di chiocciola

tentennamenti

dei vicoli

di lumi

Confusa acqua

come il chiasso di poppa che odo

dentro l’ombra

del

sonno

Στο ποίημα αυτό, δημοσιευμένο στη συλλογή Allegria, με τίτλο Levante, γραμμένο πολύ κοντά χρονικά από την αναχώρησή του από την Αλεξάνδρεια, ο ποιητής βρίσκεται στο καράβι που τον μεταφέρει στην Ιταλία και από εκεί στο Παρίσι. Μόλις έχει αφήσει την γενέθλια πόλη του και τον διακατέχει ένα αίσθημα μελαγχολίας και νοσταλγίας για αυτήν, όπως και στο ποίημα 1914-1915, το οποίο είδαμε πιο πάνω. Καθώς κοιτάζει τη θολή γραμμή του ορίζοντα (la linea vaporosa), όπου θάλασσα και ουρανός ενώνονται, μέσα στο μοναχικό του ταξίδι, του έρχονται εικόνες από την καθημερινή ζωή της πόλης του.

Μία άλλη εικόνα νοσταλγίας της γενέθλιας πόλης του έχουμε και στο ποίημα “Silenzio” (συλλογή Allegria) με υπότιτλο Mariano il 27 giugno 1916. Ο ποιητής βρίσκεται στο μέτωπο, στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και μέσα από την φρίκη, το σκοτάδι και τον τρόμο του πολέμου προσπαθεί να κρατηθεί από την ανάμνηση μιας πόλης που είναι γεμάτης φως.

Silenzio

Mariano il 27 giugno 1916

Conosco una città
che ogni giorno s’empie di sole
e tutto è rapito in quel momento

Me ne sono andato una sera

Nel cuore durava il limio
delle cicale

Dal bastimento
verniciato di bianco
ho visto
la mia città sparire
lasciando
un poco
un abbraccio di lumi nell’aria torbida
sospesi

La città , η πόλη που δεν κατονομάζεται ρητά, είναι η Αλεξάνδρεια, την οποία αφήνει με προορισμό την Ιταλία, μια καλοκαιρινή βραδιά του 1912, όπως είδαμε και στο προηγούμενο ποίημα Levante. Μέσα στην καρδιά του διαρκεί ακόμη το τρίξιμο των τζιτζικιών. Καθώς το πλοίο προχωρούσε, έβλεπε την πόλη του να εξαφανίζεται αφήνοντας μόνο μια αγκαλιά από φώτα που αιωρούνταν στην θολή ατμόσφαιρα.

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Εικόνες από την Αλεξάνδρεια και από τον αραβικό κόσμο γενικότερα έχουμε και στα εξής ποίηματα: Στο Notte di Maggio (από τη συλλογή Allegria) φωτισμένους μιναρέδες που κυριαρχούν στον ουρανό:

Notte di Maggio

Il cielo pone in capo

ai minareti

ghirlande di lumini

Από το ποίημα Popolo (Συλλογή Allegria) :

Fuggí il branco solo delle palme

e la luna

infinita su aride notti

Στο ποίημα Riccordo d’Africa (συλλογή Allegria) ο ποιητής θυμάται το εκτυφλωτικό φως που μαστιγώνει την πόλη της Αλεξάνδρειας.

Il sole rapisce la città

Non si vede piú

Neanche le tombe resistono molto

Σε ένα άλλο ποίημα με τον ίδιο τίτλο με το προηγούμενο Ricordo d’Africa, αλλά εκτενέστερο (συλλογή il sentimento nel tempo) ο ποιητής ανακαλεί νοσταλγικά στη μνήμη του την περίοδο της ζωής του στην Αίγυπτο. Είναι τώρα μια ανάμνηση μακρινή, η ανάμνηση μιας αχανούς έκτασης (piana sterminata) της ερήμου και της ανοιχτής θάλασσας από την άλλη (largo mare). Δεν περιγράφονται τόσο πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της Αφρικής ή της Αιγύπτου αλλά μέσα από τους στίχους διαχέεται το εκτυφλωτικό φως της ερήμου που θόλωνε τα μάτια του όταν ήταν μικρός και που θαμπώνει τώρα τις αναμνήσεις του.

Non più ora tra la piana sterminata

E il largo mare m’apparterò, né umili

Di remote età, udrò più sciogliersi, chiari,

Nell’aria limpida, squilli; nè più

Le grazie scerbe andrà nudando

E in forme favolose esalterà

Folle la fantasia,

Nè dal rado palmeto Diana apparsa

In agile abito di luce,

Rincorrerò

(In un suo gelo altiera s’abbagliava,

Ma le seguiva gli occhi nel posarli

Arroventando disgraziate brame,

Per sempre

Infinito velluto).

E’ solo linea vaporosa il mare

Che un giorno germogliò rapace,

E nappo d’un miele, non più gustato

Per non morire di sete, mi pare

La piana, e a un seno casto, Diana vezzo

D’opali, ma nemmeno d’invisibile

Non palpita.

Ah! questa è l’ora che annuvola e smemora.

Και στο ποίημα Lindoro di deserto (συλλογή Allegria) με υπότιτλο Cima Quattro il 22 dicembre 1915, γραμμένο και αυτό στο μέτωπο , υπάρχει μια νοσταλγική ατμόσφαιρα για τους ήχους και το φως της Ανατολής. Ένας μάλιστα από τους στίχους του ποιήματος Allibisco all’alba δημιουργεί συνηχήσεις που θυμίζουν αραβικά τραγούδια και μουσουλμανικές προσευχές. Έχουν επισημανθεί μάλιστα  από ορισμένους μελετητές οι επιρροές που έχει το έργο του Ungaretti ειδικά από  την αραβική παράδοση και συγκεκριμένα από το Ισλάμ[18].

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Lindoro di deserto

Cima Quattro, il 22 dicembre 1915

Dondolo di ali in fumo

mozza il silenzio degli occhi

Col vento si spippola il corallo

di una sete di baci

Allibisco all’alba

Mi si travasa la vita

in un ghirigoro di nostalgie

Ora specchio i punti di mondo

che avevo compagni

e fiuto l’orientamento

Sino alla morte in balia del viaggio

Abbiamo le soste di sonno

Il sole spegne il pianto

Mi copro di un tiedipo manto

di lind’oro

Da questa terrazza di desolazione

in braccio mi sporgo

al buon tempo

Επίσης στο ποίημα Tramonto έχουμε την εικόνα της όασης και του νομά.

TRAMONTO

Versa il 20 maggio 1916

Il carnato del cielo

sveglia oasi

al nomade d’amore

Και ο Νείλος παρουσιάζεται μέσα σε δυο τουλάχιστον ποιήματά του από τη συλλογή Allegria, στο Un sogno solito και στο I fiumi.

Un sogno solito

Il Nilo ombrato

le belle brune

vestite d’acqua

burlanti il treno

Fuggiti

Απόσπασμα από το I fiumi

Questo è il Nilo

che mi ha visto

nascere e crescere

e ardere d’inconsapevolezza

nelle estese pianure

Το ποίημα I fiumi είναι ένα από τα πιο σημαντικά για να καταλάβουμε την ποιητική του Ungaretti. Στο ποίημα αυτό ενώνονται όλα τα διαφορετικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν την προσωπικότητα του ποιητή με την παρουσίαση των τεσσάρων ποταμών που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Ο ποταμός Serchio, κοντά στη πατρίδα καταγωγής των γονιών του στη Lucca, ο Νείλος, που τον είδε να γεννιέται (Ha visto nascere), ο Σηκουάνας στο Παρίσι, στην πόλη όπου συγκροτήθηκε λογοτεχνικά και τέλος ο ποταμός Isonzo στο μέτωπο του πολέμου, όπου έζησε δραματικές στιγμές και ανακάλυψε το κάλεσμα για την ποίηση.

Ακόμη αναφέρουμε το ποίημα Canto beduino (συλλογή il sentimento nel tempo) όπου κυριαρχείται από την ονειρική αναπόληση ενός βεδουίνικου τραγουδιού στην έρημο και στον άνεμο με έντονο όμως το στοιχείο του θανάτου.

Una donna s’alza e canta

La segue il vento e l’incanta

E sulla terra la stende

E il sogno vero la prende

Questa terra è nuda

Questa donna è druda

Questo vento è forte

Questo sogno è morte

Εικόνες και ήχους από τη ζωή της πόλης παρουσιάζονται και στο ποίημα Monologhetto, (1951).

Era burrasca, pioveva a dirotto

A Alessandria d’Egitto in quella notte,

E festa gli Sciiti

Facevano laggiù

Alla luna detta degli amuleti

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που συναντούμε στο έργο του και σχετίζεται με την γενέθλια πόλη του είναι μία αίσθηση αποξένωσης, μία αποκοπή από τις ρίζες. Ο Ungaretti αναφέρει σχετικά με τα αισθήματα που του δημιουργεί η Αλεξάνδρεια: «Πόσο ανοργάνωτη είναι αυτή η πόλη! Όλες αυτές οι γλώσσες που διασταυρώνονται. Αυτές οι ταμπέλες, οι ιταλικές, οι γαλλικές, οι αραβικές, οι ελληνικές, οι αρμένικες στα μαγαζιά. Η αρχιτεκτονική. Η αίσθηση του γούστου […]. Δεν ξέρω τι είδος έχθρας με κυριεύει και δεν μπορώ να αγαπήσω, αυτήν την γενέθλια πόλη μου.»[19] Η Αλεξάνδρεια είναι μία πολυπολιτισμική πόλη που φιλοξενεί ανθρώπους διαφορετικών φυλών, θρησκειών, αντιλήψεων. Είναι ένας τόπος συνάντησης, όχι ένας τόπος όμως στον οποίο μπορεί να ριζώσει κάποιος. Θυμόμαστε τους στίχους από το ποίημά του με τίτλο 1914-1915:

Sono d’un altro sangue e non ti persi,

Ma in quella solitudine di nave

Più dell’usato tornò malinconica

La delusione che tu sia, straniera,

La mia città natale.

Στο Quaderno egiziano (1931) ο Ungaretti μας μιλάει πάλι για την κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια και τους συντρόφους του: «Οι σύντροφοί μου ήταν παιδιά απ’όλες τις θρησκείες και από διαφορετικές εθνικότητες. Σίγουρα υπάρχει η συνήθεια να δίνεις από μικρός σημασία στην εθνικότητά σου, αλλά τέλος πάντων θα μπορούσα να θεωρήσω αδελφό μου ακόμα και κάποιον που είχε διαφορετική»[20]. Αυτή η κοσμοπολίτικη προπαρασκευή έδωσε στον ποιητή την δυνατότητα να εκμεταλλευτεί στο έπακρο την εμπειρία στο Παρίσι και κατόπιν στη Βραζιλία. Ο κοσμοπολιτισμός όμως έχει και το τίμημά του σε ορισμένους ευαίσθητους νέους της συντροφιάς του Ungaretti για τους οποίους σημαίνει αποξένωση και αποκοπή από τις ρίζες. Tο αίσθημα ακριβώς αυτό θα τον απασχολήσει και στο ποίημα που αφιέρωσε στον φίλο του Mohammed Sceab In memoria:

Si chiamava

Moammed Sceab

discendente

di emiri di nomadi

suicida

perchè non aveva più

Patria

Amò la Francia

e mutò nome

Fu Marcel

ma non era Francese

e non sapeva più vivere

nella tenda dei suoi

dove si ascolta la cantilena

del Corano

gustando un caffè

E non sapeva

scioglere

il canto

del suo abbandono

L’ho accompagnato

insieme alla padrona dell’ albergo

dove abitavamo

a Parigi

dal numero 5 della rue des Carmes

appassito vicolo in discesa

Riposa nel camposanto d’Ivry

sobborgo che pare

sempre in una giornata

di una

decomposta fiera.

E forse io solo

se ancora

che visse.

Και αυτή η αυτοκτονία του Sceab δεν ήταν η μοναδική περίπτωση, όπως θυμάται ο ποιητής: «Οι αυτόχειρες συνομήλικοί μου, έδωσαν τέλος στη ζωή τους για βαθυστόχαστους λόγους, γιατί ένιωθαν απομακρυσμένοι από την κουλτούρα τους, χωρίς να μπορούν ολοκληρωτικά να αποδεσμευτούν και χωρίς ολοκληρωτικά να ανήκουν σε μια άλλη. Άλλοι πάλι αυτοκτόνησαν λόγω της απελπισίας που μπορεί να έχει κάποιος που ενώ γεννήθηκε και μεγάλωσε στο εξωτερικό, νιώθει ξεριζωμένος από τη γη του, και νιώθει ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσε να ριζώσει ξανά και ότι σε κανέναν τόπο δεν θα μπορούσε να ριζώσει. Είναι μια αγωνία στην οποία η ποίησή μου δεν έχει ανοσία»[21].

ΤΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ (PORTO)
Η αγωνία αυτή που δημιουργείται μέσα από ένα μωσαϊκό πληθυσμών γεννά σιγά σιγά το μοτίβο και τον μύθο του λιμανιού (porto). Είναι το μέρος που διαφορετικοί πληθυσμοί συναντιούνται αλλά και σημείο φυγής. Ιδιαίτερα το λιμάνι της Αλεξάνδρειας είναι το μέρος όπου στα νεανικά χρόνια του ποιητή εμφανίζεται ως αντικατοπτρισμός η μακρινή και άγνωστη ακόμα Ιταλία: «Η Αλεξάνδρεια είναι και το λιμάνι. Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα σε μια γειτονιά μακριά από τη θάλασσα. Κάθε τόσο πηγαίναμε στο λιμάνι, όταν η μητέρα μου έπρεπε να αγοράσει ξύλα για την φωτιά του φούρνου μας. Εκεί πηγαίναμε επίσης όταν έφταναν από την Ιταλία φίλοι ή όταν κάποιος επέστρεφε. Το λιμάνι λοιπόν ήταν λίγο για μένα ο αντικατοπτρισμός (il miraggio) της Ιταλίας, αυτού του ακαθόριστου και απεγνωσμένα αγαπημένου»[22].

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria” Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Ο μύθος ή το μοτίβο του λιμανιού θα αποκτήσει από την αρχή της ποιητικής του δημιουργίας, ένα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο, θα αποτελέσει το κατεξοχήν ποιητικό σύμβολο του Ungaretti, το σύμβολο της ίδιας της ποιητικής διαδικασίας και του ρόλου του ποιητή και της ποίησης γενικότερα.

Το ποίημα “Il porto sepolto” , το θαμμένο λιμάνι, το οποίο δίνει τον τίτλο της πρώτης του ποιητικής συλλογής το 1916, είναι το κλειδί της ποίησης του Ungaretti. Παραθέτουμε το ποίημα και την μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη που περιλαμβάνεται στο έργο του Δεύτερη γραφή[23].

Il porto sepolto

Mariano il 29 giugno 1916.

Vi arriva il poeta

e poi torna alla luce con i suoi canti

e li disperde

Di questa poesia

mi resta

quel nulla

di inesauribile segreto.

ΤΟ ΘΑΜΜΕΝΟ ΛΙΜΑΝΙ

Φτάνει μόλις εκεί

Μια στιγμούλα ν’αγγίξει

Ο ποιητής

Ύστερα μες στο φως ξαναγυρνάει

Με τα τραγούδια του που τα σκορπάει

Από μια τέτοια ποίηση δεν

μου απομένει πάρεξ

ένα κάτι ελάχιστο

θησαυρού  ανεξάντλητου.

Ο ποιητής είναι εκείνος που βυθίζεται στα βάθη της ύπαρξης, εκεί όπου υπάρχουν τα μυστικά, οι ιδέες, τα απόκρυφα και τα πιο σπουδαία πράγματα και γυρίζει στο φως με τα τραγούδια του, τα ποιήματα και τα σκορπάει σε όλον τον κόσμο. Αυτό που του απομένει είναι το ανεξάντλητο μυστικό, το βασικό στοιχείο της ποίησής του. Μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι υπάρχει η επίδραση της Πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών σε αυτήν την αναζήτηση και την βύθιση στον κρυφό κόσμο των άγνωστων αρχετύπων . Όπως ο φιλόσοφος κατά τον Πλάτωνα[24] θεωρεί τον κόσμο των Ιδεών  και έχει τον ρόλο να δείξει στον υπόλοιπο κόσμο την αλήθεια, έτσι και ο ποιητής είναι αυτός που αναζητά στην άβυσσο τα κρυμμένα μυστικά και τα φέρνει στην επιφάνεια. Κάθε ποίημα είναι ένα ίχνος κατά τη διάρκεια της ζωής εκείνου που το γράφει αλλά και εκείνου που το ακούει, το διαβάζει, ένα ίχνος μιας υπερβατικής αβύσσου, την οποία μόνο ο ποιητής μπορεί να προσεγγίσει και να την αναδείξει.   Ο ίδιος ο ποιητής του 1964 σχολιάζοντας στην Νέα Υόρκη την συλλογή La terra promessa επιβεβαιώνει την στενή σχέση που έχει η ποίηση με τον Πλατωνισμό: «όλη μου η ποίηση είναι ένας πλατωνικός τρόπος για να νιώθω τα πράγματα, και η ίδια η ποίησή μου έχει δύο πνευματικούς δασκάλους, από την μία τον Πλάτωνα και τους Πλατωνικούς και από την άλλη τον Bergson: είναι οι δύο δάσκαλοι που με ακολουθούσαν πάντα όταν έπρεπε να σκεφτώ[…] όπως έλεγε ο Πλάτωνας , εμείς δεν γνωρίζουμε τις ιδέες, έχουμε την θύμηση, τις αναμνήσεις, την ηχώ των ιδεών»[25].

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Η εικόνα όμως του θαμμένου λιμανιού, δεν είναι μόνο μια μεταφορική εικόνα. Η πηγή της έμπνευσής του είναι το ίδιο το βυθισμένο, θαμμένο φαραωνικό λιμάνι της Αλεξάνδρειας το οποίο μετασχηματίζεται στο κατεξοχήν ποιητικό σύμβολο του Ungaretti. Νέος όταν ήταν στην Αλεξάνδρεια είχε δυο φίλους , τα αδέρφια Jean-Léon και Henri Thuile από τους οποίους άκουσε για το λιμάνι του Φάρου, την τεράστια κατασκευή της ελληνιστικής περιόδου που θάφτηκε με την πάροδο των χρόνων. Ο ίδιος ο Ungaretti  στο Quaderno egiziano αναφέρει: «ο Jean  βοήθησε τον Gaston Jondet[26] στην ανακάλυψη του αρχαίου θαμμένου λιμανιού του Φάρου. Στην θάλασσα της Αλεξάνδρειας, μια τεράστια λεκάνη ικανή να δώσει άσυλο σε ολόκληρο στόλο»[27]. Στους αδερφούς Thuile ο Ungaretti χρωστά όχι μόνο την εικόνα του θαμμένου λιμανιού αλλά και την επαφή του με τα πιο σημαντικά έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Στο σπίτι τους που βρισκόταν στην περιοχή Mex, μακριά από το κέντρο της Αλεξάνδρειας, υπήρχε μια πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη την οποία ο Ungaretti επισκεπτόταν τακτικότατα.

ΚΑΒΑΦΗΣ ΚΑΙ UNGARETTI : Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΔΥΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
Στην πόλη της Αλεξάνδρειας ο Ungaretti ανακαλύπτει λοιπόν στα πρώτα νεανικά του χρόνια τη λογοτεχνία, τη φιλία, την πολιτική αλλά και τον έρωτα[28].  Συναναστρέφεται μάλιστα το λογοτεχνικό κύκλο του ελληνικού περιοδικού «Γράμματα», το πιο σπουδαίο λογοτεχνικό περιοδικό της πόλης και γνωρίζεται με τον ποιητή Christian Ζερβό και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Ο ίδιος ο ποιητής περιγράφει την γνωριμία τους και αναγνωρίζει την μεγάλη επίδραση που του άσκησε ο Καβάφης. Σε ένα από τα δοκίμια που δημοσίευσε το 1957 με τίτλο “Cavafy, Ultimo Alessandrino” αποτυπώνει την ανάμνηση που είχε από τον Αλεξανδρινό ποιητή: «Γεννήθηκα όπως είναι γνωστό, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου οι  ελληνικές και οι ιταλικές κοινότητες αισθάνονταν ενωμένες πιο πολύ από αγάπη παρά από συμφέρον. Στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ήμουν σχεδόν ακόμη παιδί και η πρώτη λογοτεχνική ομάδα την οποία προσέγγισα, συνομήλικοί μου , ήταν αυτή η ομάδα του περιοδικού «Γράμματα». Καθόμασταν όλα τα βράδια μαζί στο καφέ, και μαζί μας ερχόταν και ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ένας ποιητής τον οποίο σήμερα η παγκόσμια κριτική τον συγκαταλέγει ανάμεσα στους τέσσερις ή πέντε πραγματικούς ποιητές του εικοστού αιώνα. Ο Καβάφης ήταν τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια μεγαλύτερος από τον πιο μεγάλο από μας, ο οποίος δεν θα ήταν πάνω από δεκαοχτώ. Υπήρξαν για μένα ανεκτίμητης αξίας οι συζητήσεις μαζί του, η γλώσσα του οποίου δεν είχε μυστικά μέσα από την  τρισχιλιετή πορεία της αλλά ούτε και η Αλεξάνδρειά μας (la nostra Alessandria), το χωνευτήρι πολιτισμών, στο μέρος όπου συναντήθηκαν και χωνεύτηκαν ο Αιγυπτιακός πολιτισμός, ο οποίος ήταν ήδη εν κινήσει μέσα στη νύχτα, ο Ελληνικός πολιτισμός, στο αποκορύφωμα της κομψότητας και της κούρασης και ο Ρωμαϊκός, ερμηνευμένος μέσα στο καλοκαίρι της παρακμής. Ξαναείδα τον Καβάφη το 1932, κατά την τελευταία επίσκεψή μου στην πόλη μας. Ήταν ήδη χτυπημένος από τον κακό που έμελε να τον σκοτώσει και με στωικότητα, κινημένος από την ευγένεια ψυχής που δεν εγκαταλείπει ποτέ έναν αληθινό ποιητή, θέλησε να με συνοδεύσει στην αναγνώριση των αγαπημένων τόπων. Δεν είχε πια φωνή, ο καρκίνος που του είχε αφαιρεθεί ξαναγύρισε για να αντηχεί μέσα από τον λαιμό του, και εκείνος δεν συνέχιζε να έχει τίποτα άλλο, στα μάτια και στις χειρονομίες παρά πανέμορφα σχήματα φωτός»[29].

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Από το σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Giuseppe Ungaretti, δύο από τους μεγαλύτερους ποιητές παγκοσμίως του εικοστού αιώνα,  γεννήθηκαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου  σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι τριών σπουδαίων πολιτισμών, του Αιγυπτιακού, του Ελληνικού και του Ρωμαϊκού, σε μία μοντέρνα κοσμοπολίτικη πόλη , όπου συναντιούνται η Ευρώπη και ο Αραβικός κόσμος. Στο έργο και των δύο ποιητών η Αλεξάνδρεια κατέχει σπουδαία και κυρίαρχη θέση.

Για τον Κωνσταντίνο Καβάφη αποτελεί το κατεξοχήν ποιητικό του σύμβολο πάνω στο οποίο οικοδομεί όλη του σχεδόν την ποίηση και το οποίο διαρκώς εξελίσσεται και παίρνει καινούργιες διαστάσεις. Η Αλεξάνδρεια είναι για τον ποιητή η μεταφορική πόλη, η πόλη ως αφηρημένη έννοια, η ιστορική – μυθική πόλη της ελληνιστικής – ρωμαϊκής περιόδου μέσα στη διάσταση του οικουμενικού ελληνισμού και η αισθησιακή πόλη, ο χώρος και ο χρόνος όπου οι πρωταγωνιστές των ποιημάτων ή και το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο βιώνουν τις ερωτικές απολαύσεις. Ο χώρος και ο χρόνος της Αισθησιακής πόλης άλλοτε είναι η σύγχρονη του ποιητή  πόλη της Αλεξάνδρειας και άλλοτε η ιστορική. Η Αλεξάνδρεια είναι για τον ποιητή η πόλη της Ηδονής, της Τέχνης, της Λογοτεχνίας, της ελληνικής γλώσσας, της Γνώσης. Οι Αλεξανδρινοί, το μωσαϊκό των διαφορετικών πληθυσμών, είναι φιλήδονοι,  θεατρίνοι, σαρκαστικοί, είρωνες, φιλότεχνοι, μορφωμένοι, ματαιόδοξοι, οξυδερκείς με ιδιαίτερα καλλιεργημένο καλλιτεχνικό και αισθητικό κριτήριο.

Στον Giuseppe Ungaretti αντίθετα η Αλεξάνδρεια λειτουργεί εντελώς διαφορετικά. Στα ποιήματά του δεν γίνεται λόγος για την ιστορική πόλη της Αλεξάνδρειας ή για τον αισθησιακό φιλήδονο χαρακτήρα της. Η Αλεξάνδρεια και το ευρύτερο περιβάλλον της μετασχηματίζονται μέσα στα ποιήματά του σε ορισμένα μοτίβα και χαρακτηριστικά θέματα: η έρημος, οι αντικατοπτρισμοί, η θολούρα από την υγρασία της θάλασσας αλλά και από την άμμο της ερήμου, οι ήχοι και τα φώτα της πόλης, οι βεδουίνοι, η μουσική, το εκτυφλωτικό φως του αιγυπτιακού ήλιου, ο Νείλος. Επίσης, συναντούμε και το θέμα της αποξένωσης και της αποκοπής από τις ρίζες ως αποτέλεσμα του κοσμοπολίτικου περιβάλλοντος της Αλεξάνδρειας. Και τέλος, σε ένα από τα πιο σπουδαία ποιήματα της Ιταλικής ποίησης, στο il porto sepolto, η Αλεξάνδρεια και πιο συγκεκριμένα το θαμμένο λιμάνι της Αλεξάνδρειας γίνεται το κατεξοχήν ποιητικό σύμβολο του Ungaretti και η περιγραφή της ποιητικής διαδικασίας της έμπνευσης και του ρόλου του ποιητή.

Παρά την διαφορά ηλικίας που τους χώριζε, Καβάφης και ο Ungaretti γνωρίστηκαν και συναντιούνταν  τακτικά μέσα στα πλαίσια της φιλολογικής συντροφιάς του περιοδικού «Γράμματα». Οι συναντήσεις και οι συζητήσεις αυτές υπήρξαν ανεκτίμητης αξίας για τον Ungaretti. Η διδασκαλία του Καβάφη και η γλώσσα του δεν έκρυβαν μυστικά όταν μιλούσαν οι δύο Αλεξανδρινοί για την πόλη τους, την «Αλεξάνδρειά μας, la nostra Alessandria».

Η Αλεξάνδρεια στο έργο του Κ.Π. Καβάφη και του G. Ungaretti.  “la nostra Alessandria”

Πανόραμα του λιμανιού της Αλεξάνδρειας από την ελληνική λέσχη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΒΑΦΗ
Δασκαλόπουλος Δημήτρης, Κ.Π. Καβάφης: Σχέδια στο περιθώριο, Διάττων, Αθήνα 1988.

Καβάφης Κ.Π., Ανέκδοτα Ποιήματα 1882 – 1923, φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη, Ίκαρος, Αθήνα 1968.

Καβάφης Κ. Π., Ποίηματα, φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη, τομ. Α και Β΄, Ίκαρος, Αθήνα 1968

Καβάφης Κ. Π., Ποίηματα (Ο επίσημος διαδικτυακός τόπος του αρχείου Καβάφη) στο http://www.kavafis.gr/index.asp. ( Προσπελάστηκε στις 18/10/2013)

Κατράρο Ατανάζιο, Ο φίλος μου ο Καβάφης, μτφρ. Αριστέας Ράλλη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1970.

Πιερής Μιχάλης, Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη: επιλογή κριτικών κειμένων, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2008.

Σαββίδη Λένα, Λεύκωμα Καβάφη, 1863 – 1910, Ερμής, Αθήνα 1983.

Τσίρκας Στρατής, Ο Καβάφης και η εποχή του, Κέδρος, Αθήνα 1958.

Katope G. Christopher, “Cavafy and Durrell’s the Alexandria Quartet”, Comparative Literature, Vol. 21, No. 2 , Duke University Press on behalf of the University of Oregon, 1969, σσ. 125-137. URL: http://www.jstor.org/stable/1769941. Προσπελάστηκε στις 17/01/2011.

Keeley Edmund, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια: εξέλιξη ενός μύθου, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, 4η έκδ., Ίκαρος, Αθήνα 2004.

Liddell Robert, Καβάφης: Κριτική Βιογραφία, μτφ. Καίτη Λογοθέτη – Άντερσον, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1980.

Pontani Filippo Maria, Επτά δοκίμια & μελετήματα για τον Καβάφη (1936-1974), πρόλογος Γ.Π. Σαββίδης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1991.

Rodenbeck  John, “Alexandria in Cavafy, Durrell, and Tsirkas”,  Alif: Journal of Comparative Poetics, No. 21, The Lyrical Phenomenon/ةيرعشلا ةرهاظلا , Department of English and Comparative Literature, American University in Cairo and AmericanUniversity in Cairo Press, 2001, σσ.141-160. URL: http://www.jstor.org/stable/1350026 .Προσπελάστηκε στις 17/01/2011.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ GIUSEPPE UNGARETTI.

Caratozzolo Vittorio, Viaggiatori in Egitto, Vicente Blasco Ibáňez, Eça de Queirós, Giuseppe Ungaretti, ANANKE, Torino 2007.

Cortellessa Andrea, Ungaretti, Giulio Einaudi Editore, Torino 2000.

Luti Giorgio, Invito alla lettura di Giuseppe Ungaretti, Mursia, Milano 2000.

Gambale Giacomo, Giuseppe Ungaretti, “Allibisco all’alba”, Elementi arabo-coranici, Firenze Atheneum, Firenze 2006.

Petrucciani Mario, “Due incontri di Giuseppe Ungaretti: Platone, Kavafis”, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Περίοδος Β΄, τομ. ΛΒ’, 1996 -1997, σσ. 273 – 281.

Piccioni Leone, Per conoscere Ungaretti, Mondadori, Milano 1979.

Pontani Filippo Maria, Fortuna greca di Ungaretti, Liviana, Padova 1972.

Ungaretti Giuseppe, Vita di un uomo: 106 poesie, a cura di Giovanni Raboni, Mondadori, Milano 1966.

Ungaretti Giuseppe, Vita di un uomo: tutte le poesie, a cura di Leone Piccioni Mondadori, Milano 1969.

Ungaretti Giuseppe, Vita di un uomo: saggi e interventi, a cura di Mario Diacono e Luciano Rebay, Mondadori, Milano 1979.

Ελύτης Οδυσσέας, Δεύτερη γραφή, Ίκαρος, Αθήνα 2007.

Ουνγκαρέττι Τζιουζέππε, Πρώτη επιλογή, Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα 1983.

Ουγκαρέττι Τζουζέππε, «Μνήμη Καβάφη», στο Δέντρο, τεύχος 41, σσ.10-12, Αθήνα 1988.

[1] Βλ. Keeley Edmund, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια: εξέλιξη ενός μύθου, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, 4η έκδ., Ίκαρος, Αθήνα 2004, σελ. 17.
[2] Για περισσότερες λεπτομέρειες για το ιστορικό πλαίσιο της εποχής του Καβάφη βλ. Τσίρκας Στρατής, Ο Καβάφης και η εποχή του, Κέδρος, Αθήνα 1958 σσ. 31-45.
[3] Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Ένας ποιητής», Παναθήναια, τομ. 7. (30 Νοεμβρίου 1903), σσ. 97-102.
[4] Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη ζωή του Καβάφη και το ιστορικό πλαίσιο βλ. Liddell Robert, Καβάφης: Κριτική Βιογραφία, μτφ. Καίτη Λογοθέτη – Άντερσον, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1980.
[5]Keeley  Edmund, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια: εξέλιξη ενός μύθου, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, 4η έκδ., Ίκαρος, Αθήνα 2004.
[6] Σε αρκετά σημεία της Ιουστίνης γίνεται αναφορά στον «γέρο ποιητή της πόλης» και στα ποιήματά του. Βλ. Durrell L., Αλεξανδρινό Κουαρτέτο, Ι, Ιουστίνη, μτφρ. Αιμίλιος Χουρμούζιος, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1961.
[7]Βλ. Keeley Edmund, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια: εξέλιξη ενός μύθου, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, 4η έκδ., Ίκαρος, Αθήνα 2004 σ. 37 με την υποσημείωση 8.
[8] Keeley Edmund, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια: εξέλιξη ενός μύθου, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, 4η έκδ., Ίκαρος, Αθήνα 2004, σ. 37 με την υποσημείωση 9.
[9] Keeley Edmund, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια: εξέλιξη ενός μύθου, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, 4η έκδ., Ίκαρος, Αθήνα 2004, σσ. 70-71.
[10] Keeley Edmund, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια: εξέλιξη ενός μύθου, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, 4η έκδ., Ίκαρος, Αθήνα 2004 σ. 79.
[11] Keeley Edmund, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια: εξέλιξη ενός μύθου, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, 4η έκδ., Ίκαρος, Αθήνα 2004,  σ.90.
[12] Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη ζωή, το έργο και την ποιητική δημιουργία του Giuseppe Ungaretti βλ. Luti Giorgio, Invito alla lettura di Giuseppe Ungaretti, Mursia, Milano 2000, Piccioni Leone, Per conoscere Ungaretti, Mondadori, Milano 1979, σσ. 19-67 και Ungaretti Giuseppe, Vita di un uomo: 106 poesie, a cura di Giovanni Raboni, Mondadori, Milano 1966 σσ. 3-9.
[13] Luti Giorgio, Invito alla lettura di Giuseppe Ungaretti, Mursia, Milano 2000, σσ. 104.
[14] Luti Giorgio, Invito alla lettura di Giuseppe Ungaretti, Mursia, Milano 2000, σσ. 104 με την υποσημ. 4.
[15] Luti Giorgio, Invito alla lettura di Giuseppe Ungaretti, Mursia, Milano 2000, σσ. 104 με την υποσημ. 5.
[16] Cortellessa Andrea, Ungaretti, Giulio Einaudi Editore, Torino 2000, σ. 5.
[17] Luti Giorgio, Invito alla lettura di Giuseppe Ungaretti, Mursia, Milano 2000, σσ. 106 με την υποσημ. 6.
[18] Για τα αραβικά – μουσουλμανικά στοιχεία στο έργο του G. Ungaretti βλ. Gambale Giacomo, Giuseppe Ungaretti, “Allibisco all’alba”, Elementi arabo-coranici, Firenze Atheneum, Firenze 2006. Βλ. επίσης Piccioni Leone, Per conoscere Ungaretti, Mondadori, Milano 1979, σ. 35 : ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει σχετικά : «Γεννημένος σε μια ισλαμική χώρα, πέρασα την παιδική μου ηλικία σε μια περιοχή, όπου ακόμα ήταν έρημος, με την σκηνή του βεδουίνου δυο βήματα από την πόρτα του σπιτιού μας και γι’αυτό ξέρω πόσο είναι εύκολα αρρενωπή η εξάσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων μιας θρησκείας, της οποίας οι αρχές βασίζονται στον αισθησιασμό».
[19] Cortellessa Andrea, Ungaretti, Giulio Einaudi Editore, Torino 2000, σσ. 8-9.
[20] Cortellessa Andrea, Ungaretti, Giulio Einaudi Editore, Torino 2000, σσ. 6-7.
[21] Cortellessa Andrea, Ungaretti, Giulio Einaudi Editore, Torino 2000, σσ. 7-8
[22] Cortellessa Andrea, Ungaretti, Giulio Einaudi Editore, Torino 2000, σ. 8
[23] Ελύτης Οδυσσέας, Δεύτερη γραφή, Ίκαρος, Αθήνα 2007, σ. 155.
[24] Για την «συνάντηση» του Ungaretti με τον Πλάτωνα βλ. Petrucciani Mario, “Due incontri di Giuseppe Ungaretti: Platone, Kavafis”, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Περίοδος Β΄, τομ. ΛΒ’, 1996 -1997, σσ. 273 – 281.
[25] Cortellessa Andrea, Ungaretti, Giulio Einaudi Editore, Torino 2000, σσ. 11-12.
[26] Ο Gaston Jondet δημοσίευσε στα 1916 την μελέτη του για το θαμμένο λιμάνι της Αλεξάνδρειας: Gaston Jondet Les Ports Submerges de L’ancienne Ile de Pharos, Le Caire : Siege de L’institut Egyptien, 1916.
[27] Cortellessa Andrea, Ungaretti, Giulio Einaudi Editore, Torino 2000, σσ. 12-13.
[28] Ο ίδιος ο Ungaretti διηγείται στον Leone Piccione μερικές από τις εμπειρίες που είχε με το άλλο φύλο στην Αλεξάνδρεια καθώς και τον ρόλο που έπαιξε στη ζωή του η Eva. Βλ. Cortellessa Andrea, Ungaretti, Giulio Einaudi Editore, Torino 2000, σσ. 16-17.
[29] Ungaretti Giuseppe, Vita di un uomo: saggi e interventi, a cura di Mario Diacono e Luciano Rebay, Mondadori, Milano 1979, σσ. 666-667.

 

Η εργασία αυτή εκπονήθηκε στα πλαίσια του μαθήματος ελληνοϊταλικές αλληλεπιδράσεις στην λογοτεχνία (καθηγητής Γεράσιμος Ζώρας)  του μεταπτυχιακού προγράμματος «Ελληνορωμαϊκές – ελληνοιταλικές Σπουδές».

Το φωτογραφικό υλικό, πλην της αεροφωτογραφίας του λιμανιού της Αλεξάνδρειας, είναι από το προσωπικό μου αρχείο.

Alexandria Institute copyright.  Επιτρέπεται να χρησιμοποιήσετε το υλικό αρκεί να κάνετε αναφορά στον δημιουργό του.

 
Comments